ερημητήριο

και ερημητήρι
μέρος σε έρημο και μακρινό τόπο, στον οποίο αποσύρεται κάποιος για να ζήσει μόνος (αλλιώς ασκητήριο, ησυχαστήριο, μοναστήρι) («ερημητήρι για τού Θεού χτισμένο τη λατρεία», Καζαντζ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < έρημος + -τήριον. Αντιδάνεια λ. (πρβλ. < γαλλ. ermitage, γερμ. Eremitage < «ερημητήριο»). Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Άγγ. Βλάχο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ερημητήριο — το 1) жилище отшельника, подвижника, пустыня; 2) жилье, жилище в труднодоступном для людей месте …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ερημητήριο — το τόπος απομονωμένος, ερημικός, όπου μένει κανείς μόνος του, αλλ. ασκητήριο: Ερημητήριο χτισμένο για του Θεού τη λατρεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σακούνταλα — Τίτλος ενός από τα ωραιότερα δράματα του Ινδού ποιητή Καλιντάσα, που περιστρέφεται γύρω από τον εξής ινδικό μύθο: Ο βασιλιάς Ντουχμαντά ερωτεύεται και παντρεύεται την πανέμορφη Σ., που συνάντησε τυχαία στο ερημητήριο του Κάνομα. Κάποιος μάγος… …   Dictionary of Greek

  • Φήλιξ — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μαρτύρησε στη Λυκαονία (294) επί Διοκλητιανού (284 305) με αποκεφαλισμό, μαζί με τον πρεσβύτερο Ιανουάριο και τους Σεπτιμίνο και Φουρτουνάτο. Η μνήμη του τιμάται στις 16 Απριλίου. 2. Πέθανε με… …   Dictionary of Greek

  • σκήτη — Όνομα δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (347 κάτ., υψόμ. 740 μ.), στην επαρχία Κοζάνης του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται προς τα δυτικά της επαρχίας και της Κοζάνης. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (26 τ. χλμ., 395 κάτ.) στην οποία ανήκει και ένας …   Dictionary of Greek

  • συμβολισμός — Λογοτεχνικό κίνημα που γεννήθηκε και επικράτησε στη Γαλλία μεταξύ 1885 και 1900 ως αντίδραση στον παρνασσισμό (παρνασσιακοί), που ήθελε μια ποίηση ουσιαστικά αντιπροσωπευτική της μορφής και των χρωμάτων, και στο νατουραλισμό, που υποστήριζε μια… …   Dictionary of Greek

  • Αμεδαίος — I (Amedeo). Όνομα Ιταλών ηγεμόνων του οίκου της Σαβοΐας (11ος 15ος αι.). 1. Α. A’(1000 – 1060). Κόμης της Σαβοΐας, γιος και διάδοχος του Ουμβέρτου του Λευκόχειρα, γενάρχη του οίκου, που πρώτος συγκρότησε το φέουδο –αργότερα κρατίδιο– της Σαβοΐας …   Dictionary of Greek

  • Μαρτίνος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μαρτύρησε με σπαθί μαζί με τον Νικόλαο. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Σεπτεμβρίου. 2. Μ. ο μάρτυς. Η μνήμη του τιμάται στις 7 Δεκεμβρίου. 3. Άγιος της Παννονίας, ιδρυτής του δυτικού μοναχισμού (315… …   Dictionary of Greek

  • Νεβέρ, Σαρλ ντε Γκονζόγκ — (Charles de Gonzague, Παρίσι 1580 – Μάντοβα 1637). Διάσημος Γάλλος ευγενής. Διετέλεσε δούκας της Κλεβ, της Μάντοβας, του Μομφεράτου, του Ρεθέλ κ.α. Ήταν συγγενής προς τη δυναστεία των Παλαιολόγων και εμπνευστής ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου για την… …   Dictionary of Greek

  • Ουάνγκ Μενγκ — (Χιου Τσου, Τσετσιάνγκ 1309; – Νανκίν 1385;). Κινέζος ζωγράφος. Εγγονός του Τσάο Μενγκ φου, θεωρείται ένας από τους «Τέσσερις Μεγάλους Ζωγράφους» της περιόδου Γιουάν. Άντλησε την έμπνευσή του από τους τοπιογράφους της περιόδου Σουνγκ του Βορρά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.